Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013

Και τι νομίζεις είναι ο Θεός;


-->

πουλάκι ξένο , ήρθε εδώ
να βρει χαρά, να βρει νερό!
Σε άλλο τόπο βύζαξε τα πρώτα,
τα είδωλα τα φώτα!
Την ομορφιά κυνήγησε
ποιο όνειρο το οδήγησε
από άλλο τόπο μακρινό
πουλάκι ξένο ήρθε εδώ
εδώ, για να χει αντάμα,
το γέλιο του στο κλάμα
Ένα γραφείο νοσοκομείου. Τέσσερις Νοσοκόμες. Η Βιβή είναι μπροστά
 σ έναν υπολογιστή η Γιάννα σκυμμένη σε ένα κομό από αυτά που
μεταφέρουν τα φάρμακα Βαστώντας ένα σημειωματάριο σημειώνει τα
τις ετικέτες, ετοιμάζεται για την προκαθορισμένη επίσκεψη των ασθενών
 . Η Κούλα απέναντι της αναπαυτικά καθισμένη , λιμάρει τα νύχια της
με σπουδή.
Βιβή (Καθισμένη μπροστά στον υπολογιστή μιλά μόνη της) –Με
τρελαίνει με (ε)ξιτάρει! Αχ Θα το πάρω
Μαγείρισσα (Έρχεται ακουμπώντας στην πόρτα φαίνεται να μην
 τολμά να περάσει το κατώφλι ) –Θα φάει ο καινούργιος;
Γιάννα (κοιτώντας το σημειωματάριο) –Όχι, όχι! Μα μόλις ήρθε!
Μαγείρισσα –Ε! Και θα τον αφήσουμε νηστικό;;
Κούλα (χωρείς να κοιτάξει) –Λες για αυτόν με τις μπούκλες;;
Μαγείρισσα –Δεν με βοηθάτε!
Βιβή –Αν δεν το πάρω θα τρελαθώ!
Γιάννα: -Κανόνισε το, Σοφία μου, ξέρεις εσύ. Τη ρωτάς τώρα;
Κούλα (κοιτώντας ειρωνικά με την άκρη του ματιού) –Ακόμα να
πεθάνει!
 (Οι υπόλοιπες την κοιτούν ενοχλημένες) –sorry!                                                  
Μαγείρισσα: (φεύγοντας) –Ρωτάω, γιατί κάποιος του πήγε ένα γιαούρτι, εγώ,
να  ξέρετε, δεν κάνω του κεφαλιού μου!(στην Κούλα) -Σα δεν ντρέπεσαι!
Κούλα (Σαν να θέλει να διόρθωση το σφάλμα της) –Μη με κοιτάς εμένα έτσι! Σε είδα να τον γλυκό κοιτάς Μήπως του το πήγες εσύ, και το ξέχασες; ! (κατ ιδίαν)
Για τρέχα να τους αλλάζεις, να τους στρώνεις, να τους σηκώνεις, να τους πηγαίνεις στις τουαλέτες, κι άλλοι να σε χουφτώνουν και να σε βρίζουν από πάνω! (Στις νοσοκόμες) Δεν ξέρω τι λέει! Εγώ πάντως στην κουζίνα δεν πάτησα!                                                        
Μαγείρισσα (που επανεμφανίζετε στην πόρτα) –Ένια σου κοπέλα μου καιβλέπει ο θεός                                                                                                                              Κούλα (λιμάροντας πάντα τα νύχια της αδιάφορα)–Ναι, δεν έχει τίποτε
άλλο να κάνει!
Μαγείρισσα: (κοιτώντας έντονα την Βιβή) - Υπάρχει θεός!                                                                                                           
Βιβή – Εσείς οι δύο, μην αρχίζετε πάλι, τα θεοτικά! Ότι υπάρχει το ξέρουν
και οι   πέτρες! Και εσυ, μην με ξανοίγεις έτσι έμένα, επειδή, είδες να
 φεύγω απ το  κρεβάτι του! Του έκανα την υποδόρια!
 ΚΟΎΛΑ: Τι;; Μα μόλις του την είχα κάνει, εγώ, την ένεση!
Βιβή: Πως; Και γω που θες να το ξέρω;! 
ΓΙΑΝΝΑ: Μα πόσες ενέσεις του κάναμε;! Τι δουλειά έχετε ! Σε μένα παραδίδει την αγωγή ο γιατρός!
ΚΟΥΛΑ: Για να μαθαίνεις! Πριν έρθεις, εμείς κάναμε τις ενέσεις, κι όταν θα φύγεις με το καλό, πάλει εγώ και η Βιβή θα τις κάνουμε!
ΓΙΑΝΝΑ: -Μα τη σημασία έχει τώρα αυτό! Του κάναμε τρις ενέσεις…Πω, πω! Πάω να τον δω…
ΚΟΥΛΑ: -Άσε! Θα πάω εγώ
ΒΙΒΗ: -Και γιατί να πας εσύ;
ΚΟΥΛΑ: -Και ποίος να πάει;
ΓΙΑΝΝΑ: ( Αγανακτισμένη πηγαίνοντας προς την έξοδο) –Την κολοκυθιά θα παίξουμε;!
ΚΟΥΛΑ: (Της φράζει το δρόμο) Που πάς;
ΓΙΑΝΝΑ: -Να δω αν είναι καλά!Που θα μου πεις που πάω!
ΒΙΒΗ: -Ναι! Ναι! Ένταξη, μην τσακώνεστε, Πάμε να δούμε! (φεύγουν και τρεις μαζί με θόρυβο Την ίδια στιγμή  Εμφανίζετε απ τα αριστερά της σκηνής η Δέσπω, η καθαρίστρια, βαστώντας δυο μεγάλους κουβάδες έναν μπλε και έναν κόκκινο και μια σφουγγαρίστρα με μακριά μοβ κρόσσια )
 ΔΕΣΠΩ: –Θα το φάνε λάχανο το παιδί
ΜΑΓΕΙΡΙΣΣΑ: Έννοια σου, και βλέπει ο θεός
ΔΕΣΠΩ: (Που αφήνει τους κουβάδες με θόρυβο, απευθύνετε στο κοινό) –Με ποιανού τα μάτια δε ξέρω…
(Στο μετάξι επιστρέφουν οι νοσοκόμες, ήσυχες και ικανοποιημένες)
ΓΙΑΝΝΑ: -Ουφ, ευτυχώς τίποτε το σοβαρό
ΚΟΥΛΑ: (Μονολογεί) Τη μαλλιά, τη μύτη τη μάτια! Και τι χέρια!.
ΒΙΒΗ: -Ο Θεός!!!
ΜΑΓΕΙΡΙΣΣΑ:(Που περίμενε με αγωνία να μάθει, φεύγοντας) –Και το γιαούρτι πια το άφησε;
ΒΙΒΗ: (ειρωνικά) Ο θεός!
Γιάννα, – Η συνείδηση μας είναι ο Θεός! Κακομοίρες μου, στον γιατρό τσιμουδιά! Μα πόσες ενέσεις του κάναμε;
Πια του πήγε γιαούρτι; (κοιτώντας ειρωνικά την Κούλα) Η ομορφιά σκοτώνει που λέει κι ο Ασναβούρ!
Κούλα (που κάθετε στην θέση της κοιτώντας  ευχαριστημένη τα νύχια της, ειρωνικά) –Υπονοείς
 κάτι;
Γιάννα (Ενώ αρχίζει να σημειώνει, στο μπλοκ της, πάλη τα φάρμακα) –Όχι, όχι ιδιαίτερα, μα αν σε αφήσει η συνείδηση σου πέφτεις, πέφτεις στα χέρια μου!
Κούλα (ειρωνικά) –Η γιατρίνα μας, μίλησε Αχ ναι! Του λόγου σου, μπορεί
να σπουδάζεις, όμως εμείς τραβιόμαστε για το μεροκάματο!
Εσύ θα φύγεις μόλις πάρεις το δίπλωμα, για ρώτα και μας που τρώμε
τα χρόνια μας εδώ μέσα!
ΓΙΑΝΝΑ: (Αυστηρά) Να κοιτάτε τις πινακίδες τους! Κι αν δεν ξέρεται
να διαβάζετε, να ρωτάτε τον γιατρό, η εμένα!
ΜΑΓΕΙΡΙΣΣΑ: (φεύγοντας)-Τα γιαούρτια είναι μετρημένα!
Βιβή (κοιτώντας έντονα την οθόνη, του pc κατ ιδίαν δυνατά) -Ρίγες, ρίγες, ρίγες! Τρελαίνομε για ρίγες!
Κούλα –Έλα τώρα βρε Γιάννα μου, πας καλά; Τη σου λέει η συνείδηση σου, ότι όλοι αυτοί που είναι άρρωστοι, εδώ μέσα δεν έχουν συνείδηση; Η ασυνείδητη γιαγιά έβγαλε την χρυσή στα 106 και ο ασυνείδητος παππούς ζάχαρο στα 85;! Ωραία αυτόν που φέρανε τώρα, τραυματισμένο απ τον  κυνηγό, αυτός είναι ασυνείδητος, η ο κυνηγός που τον έστειλε στο νοσοκομείο; Για κοίταξε το, Γιάννα μου γιατί εγώ μπορεί να είμαι ξανθιά, μα δεν το ‘χω χάσει, ακόμα!
Μαγείρισσα (Επανέρχεται ακουμπώντας πάντα στο κατώφλι της πόρτας) –Ποιος ξέρει, μόνο ο Θεός ξέρει…
Δέσπω: (Κατ ιδίαν ενώ σφουγγαρίζει) –Σάμπως είναι ο πρώτος!
Βιβή (χτυπώντας το χέρι της στο γραφείο, αυστηρά) –Τι θες να μας
πεις; Για τρέχα μες την δυσοσμία, τα βογκητά, και τις απαίσιες γκριμάτσες!
 Αδελφή από κει αδελφή αδελφή από δω…
 Γιάννα –Στο πρόγραμμα είναι όλα!
Βιβή –Ναι, του ΜΑΤΡΙΞ!
Γιάννα -Εγώ διαπιστώνω αυτά πού βλέπω να γίνοντα
Κούλα –Τι γίνετε! Ε; (Άντε να κάνεις κάνα ιδιαίτερο, στον καινούργιο..
Δέσπω: (Σφουγγαρίζοντας) ΜΜΜ! Σόδομα και Γόμορρα!
Γιάννα: Κούλα, σοβαρέψου Για το θεό!
Μαγείρισσα –Και τι νομίζεις είναι ο θεός
Κούλα –Θα μας πεις εσύ, τώρα, που νοιάστηκες αν θα φάει ο καινούργιος,
η αγάπη και, η συμπόνια, μαγειρεύοντας
και ψήνοντας στο τσουκάλι σου, τα αθώα λαχανικά
Μαγείρισσα -Όπου πλεόνασε η αμαρτία περίσσευσε χάρις!
Κούλα: (Ειρωνικά) -Το βλέπω, Κυρά Σοφία μου, το βλέπω!
Μαγείρισσα -Αν είχαν στόμα τα νύχια σου, θα μιλούσες καλύτερα
Κούλα (Ποιητικά) -Θέλει αρετή και τόλμη η ευδαιμονία!
Βιβή -Η ελευθερία!
Κούλα -Για σένα χρυσή μου, για μένα η ευδαιμονία
Γιάννα! (πικραμένα) –Που να τα βρούμε αυτά χωρείς συνείδηση;
Βιβή –Ωραία ας μας την δώσει Παντογνώστης, ο Πολυεύσπλαχνος
και Πολυέλεος αυτήν την συνείδηση! Να μην αρρωσταίνει ποτέ κανείς!
Και μετά δεν θα ξέραμε τι δουλεία να κάνουμε ! Δεν μου λέτε , τους
μάρτυρες του Ιεχωβά θα παίζουμε τώρα!
Δέσπω: -Αμέρικαν μπαρ!
Μαγείρισσα –Αυτοί τουλάχιστον δεν σκοτώνουν ο ένας τον άλλον.
Γιάννα –Ούτε τον γλιτώνουν, αν χρειαστεί κάποιος αίμα, προτιμούν αντί να του σώσουν την ζωή, να τον αφήσουν να πεθάνει! Ας μην συζητάμε τώρα γι αυτούς ! Κούλα –Καλά λες δεν αξίζει τον κόπο, χάνουμε το οξυγόνο μας, καλέ μου ’ρθαν δυο χθες, μα τους κανόνισε ο Άντρας μου! Τη είναι αυτοί παιδί μου δεν μ΄ άφησαν να βγάλω κιχ. Ούτε πρόλαβα να τους πω περάστε, και ήταν μέσα!
Δέσπω: (Μονολογεί)  -Δεν τον πηγαίνανε κατευθείαν στο νεκροταφείο, τι τον φέρανε εδώ!
Κούλα: -…Εισβολή κανονική ! Και μετά ο θεός θα καταστρέψει τους κακούς και οι καλοί, θα τρώνε και θα πίνουνε μέχρις συντέλειας και δεν θα παχαίνουν ούτε θα γερνάνε ούτε θα πεθαίνουν!  Άκουσον, άκουσον! Ούτε παιδιά θα κάνουνε, αλλά θα το κάνουμε κατά βούληση, και αντί για γκριφόν και κανίς θα έχουμε πάνθηρες και λιοντάρια για κατοικίδια, γατόσκυλα γιόκ!                                                                                          
Βιβή -Μυρμήγκια δεν θα υπάρχουν; Τα σιχαίνομαι τα μυρμήγκια!
Κούλα -Τους συγύρισε όμως ο άντρας μου, έπιασε τον έναν απ΄ τον γιακά “Εμένα με ρώτησες αν θέλω να ‘ρθείς” του είπε, “Με ρώτησες αν θέλω να μιλήσεις με την γυναίκα μου, μέσα στο ίδιο μου το σπίτι”;; Και του άστραψε μια στην μούρη       
Βιβή–Ορθοδοξία ιεχωβάδες ένα μηδέν!   
 Μαγείρισσα:–Άνθρωποι του Θεού, είναι κι αυτοί  
Κούλα –Μπα! Δε μου λες, Ξεχωρίζει ο θεός τους ανθρώπους;;
Σοφία: -Όπως εμείς τα λουλούδια!
Κούλα: Και συ που το ξέρεις;!
Σοφία:-Μου το είπε ο πνευματικός μου!
Κούλα: Κι αυτός που το ΄μάθε; Ε; Του τόπε ο Θεός;!
Σοφία: -Τι να σου πω, τώρα;!
Κούλα: -Να μ, απαντήσεις! Γιατί δεν έχω δη πουθενά τον Θεό, να μαζεύει λουλούδια!
Σοφία:-Σαν τα λουλούδια μαζεύει ο θεός τις ψυχές μας!
Βιβή: -Ναι και τις αφήνει καμιά βδομάδα στο βάζω! Κι όταν σαπίσουν τις πετάει! ελπίζω τουλάχιστον, να αλλάζει συχνά το νερό!
Σοφία: -Αν θες απαντήσεις να πας να βρεις τον Παπαγιώργη!
Κούλα: -Ποιον; Αυτόν με την Lancea;
Σοφία: -Άνθρωποι είναι κι αυτοί!
Κούλα: -Να ντύνονται σαν άνθρωποι τότε , κι όχι να κυκλοφορούν αξύριστοι με μαύρες ρόμπες, ανάμεσά μας, τρομάζοντας τα παιδιά!
Σοφία: -Αν δεν είχαμε αυτούς, δεν θα ‘χαμε οικογένειες, ούτε καν χώμα, πατρίδα να πατήσουμε, που κάνεις πως τα ξέρεις όλα!
Κούλα: -Άνθρωποι αυτοί, άνθρωποι εκείνοι, άνθρωποι κι εμείς, άνθρωποι και τα κτήνη! Τουλάχιστον οι Παπάδες δεν κάνουν γιουρούσια, σ, αφήνουν να αποφασίσεις
Βιβή: -Ναι έχουν τους γέρους μας και τα σχολεία, γι αυτό! Ενώ οι άλλοι τα περιοδικά και τα σιδερένια χαμόγελα! Αλήθεια, έχετε δει τις φωτογραφίες, στα περιοδικά τους; Καλέ τι χλίδα είναι αυτή; Ούτε manyal για έκθεση αυτοκινήτων να ήταν!
Σοφία: -Αντί να κατηγορείτε καλύτερα να κοιτάμε μέσα μας , τις πομπές μας! γιατί η κρίση είναι του θεού, δεν μας πέφτει λόγος εμάς, ο καθένας πληρώνεται κατά τα έργα του! Κι αυτό είναι μέσα στο Βασίλειο του Θεού
Κούλα: -Δεν λέω, όμως αυτοί οι κύριοι που θενά μας σώσουν, σώνει και καλά με το ζόρι, με βάζουν σε σκέψεις. Βασείλιο! Τι βασίλειο θα είναι αυτό χωρείς μικρά παιδιά, γιαγιάδες και παππούδες! … Καί να σου πω, εγώ, όταν γέννησα ένιωσα να ξαναγεννιέμαι!
Δέσπω: (Στο κοινό αποχωρώντας απ την σκηνή) –Άλλοι βογκάν κι αυτές φιλοσοφάν!
Κούλα! …Τι βασιλεία θα είναι αυτή που θα ζούμε δίχως να συγκλονιζόμαστε;; Με βάζουν σε σκέψεις.... Καλά νέα! Ακούς; Όλοι εμείς οι αμαρτωλοί, γιατί ουδείς αναμάρτητος, θα πεθάνουμε και θα μείνουν αυτοί και η κυβέρνησή τους , να, να ρημάζουν τα φυτά και τους καρπούς των δέντρων, εις τον αιώνα! Αυτά είναι τα καλά τους νέα ...
Μαγείρισσα -Του θεού…
 Βιβή -Τον Θεό! Ω! Θεέ μου! Αμάν πια!!!
Γιάννα –Κορίτσια ζούμε στην εποχή του cern των σωματιδίων και τις βιοτεχνολογίας αφήστε την βιοχημεία και τα computers, ό,τι ξέραμε μέχρι τώρα για τον θεό απ τις θρησκείες ξεχάστε το! Ο Θεός από δω και πέρα είναι η σύνθεση η συνύπαρξη και η συνείδηση. Το συν είναι, και ο λόγος όχι παρά τον Θεό, μα συν το θεό,
Βιβή: θεϊκός συνασπισμός
Γιάννα: Ναι οτιδήποτε είναι συν , Συνάνθρωπος συν άγιος συν τριαδικός συν και πάει συν και λέγοντας συν στο άπειρο και όχι ένας απόλυτος μοναχικός δημιουργός, που κάνει ότι του καπνίσει!        
Βιβή -Θεϊκή Δημοκρατία
Μαγείρισσα –Ζαλίστηκα! Αυτό που καταλαβαίνω εγώ, είναι ότι ο Θεός δεν έχει να κάνει με αυτά που εμείς ξέρουμε και λέμε γι αυτόν. Αυτά είναι από μας για μας «Τα καλά και συμφέροντα» τα δικά μας, δεν τον νοιάζουν… Είναι, πώς να το πω, σαν τους γονείς με τα παιδιά όταν δεν ζουν κοντά τα μεν, ξεχνούν τους δε΄, και πάει λέγοντας, ανθρώπινο είναι. Σπουδάζει ο γιος μου στο εξωτερικό και κοιμάμαι ήσυχη χωρίς να ξέρω τι ακριβώς κάνει, άμα όμως έρχεται εδώ χάνω τον ύπνο μου, μην πάθει τούτο μην πάθει εκείνο, τι ώρα επιστρέφει στο σπίτι με ποιους συναναστρέφεται…Λίγο να αργήσει με πιάνει πανικός. Έτσι και ο Θεός, όταν είμαστε κοντά του μας νοιάζεται και μας προστατεύει. Ανησυχεί για μας μόνον όταν βρισκόμαστε κοντά του. Δηλαδή τον σκεπτόμαστε καθημερινά και έχουμε τον νου μας απάνω του, και τον ευχαριστούμε για την ζωή μας και τον παρακαλούμε για κάθε καλό. Ζούμε κοντά του και μας βλέπει, ζούμε μακριά του και δεν μας ξέρει!
Κούλα –Κοντά του, μακριά του δίπλα του πλάι του, και από πίσω του.
Μαγείρισσα –Είναι παντού!
Κούλα -Συν παντού!                                                                                                       
Βιβή –Πανταχού παρών και τα πάντα πληρών                                                           
Κούλα –Εκτός το φως το νερό και το ενοίκιο!                                                      
Μαγείρισσα –Αυτό είναι βλασφημία!                                                                           
Βιβή –Εγώ γνωρίζω πως, αν δεν μαζέψω λεφτά κανείς δεν θα μου πάρει το ριγέ matrix ούτε ο Θεός πατέρας ούτε ο συν θεοπατερομητέρας.                                                      
Γιάννα ( έτοιμη να βγει με τα φάρμακα στο καροτσάκι στον διάδρομο) –Έμενα μου φτάνει η συνείδηση                                                                                                 
Μαγείρισσα (φεύγοντας) –Ωχ το φαγητό!
Φωνή από έξω –Το φρέσκο! Λίγο απ την άψα του κρασιού του φρέσκου                                                                                                 
Κούλα -Αμάν ο Γκαρίτσης (φεύγει)                                                                                    
Βιβή Πω, πω, ξεχαστήκαμε πάλη (τινάζει τα μαλλιά της παίρνοντας ένα υπηρεσιακό ύφος, έτοιμη να βγει) -Η χοντρέλο! Ακούς! (με στόμφο) “και τι νομίζεις είναι ο Θεός”
ΓΙΑΝΝΑ (αποχωρώντας με το κομοδίνο) –Ο Θεός;… Άλλο πράγμα, ένας Θεός, κι άλλο μια θεία δικαιοσύνη! Και μια τέτοια δικαιοσύνη Δεν μπορεί να την έχει κανένα πλάσμα στον κόσμο, που έχει συμφέρον έστω να επιβιώσει και θέλει να ζήσει!  (κατευθύνεται αργά προς την έξοδο, τότε  μπαίνει η Δέσπω. Περπάτα ανάποδα κρυφά, με προφύλαξη να μην γίνει αντιληπτή, με τον κόκκινο κουβά και έχοντας κριμένα κάτω απ την ποδιά διάφορα τρόφιμα. Άθελα πέφτει επάνω στο καρότσι της Γιάννας, και της φεύγει ο κουβά απ τα χέρια.  Γίνεται μια θεαματική σύγκρουση Το καρότσι αναποδογυρίζει, γιαούρτια, φρούτα , και φάρμακα σκορπούν ανακατεμένα στο πάτωμα!)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

HTML